διάφανες...λέξεις
Γιατί να ελπίζουμε?.....όλα όνειρο είναι...
Πέμπτη 7 Απριλίου 2011
Τρίτη 1 Μαρτίου 2011
παράξενη νύχτα...
Οι νύχτες , για τα πλήθη, δεν έγιναν, στοχάσου.
Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου,
Γι αυτό , δεν πρέπει, εσύ, να τον ζητήσεις.
Κι αν νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,
Στο πρόσωπον ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…
Ποιους ;- πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.
Οι άνθρωποι, φοβερά, απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι,
Που το ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους,
Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι,
Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες,
Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.
Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,
όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,
το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους
και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία,
που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,
όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,
ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,
οποιονδήποτε θεωρούνε.
Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου,
Γι αυτό , δεν πρέπει, εσύ, να τον ζητήσεις.
Κι αν νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,
Στο πρόσωπον ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…
Ποιους ;- πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.
Οι άνθρωποι, φοβερά, απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι,
Που το ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους,
Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι,
Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες,
Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.
Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,
όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,
το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους
και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία,
που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,
όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,
ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,
οποιονδήποτε θεωρούνε.
παράξενη μέρα...
Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες,
πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες,
που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες,
κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες.
Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες·
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες,
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες.
Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει,
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων,
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη
που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι,
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων,
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι.
πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες,
που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες,
κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες.
Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες·
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες,
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες.
Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει,
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων,
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη
που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι,
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων,
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι.
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011
σελήνη 20 ημερών
Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θα αλλάξει ο κόσμος,
γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά
της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε
παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για
ν’ ανεβάσουμε εν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τρένων για
κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος
από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος
μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.
Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που
διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα
ποιήματα του άλλου αιώνα
να νοσταλγώ το Θεό.
Αλλά τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς,
όχι για να κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με
ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες
νύχτες ξαφνικά συναντημένα-
και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο
κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις
που αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των
ημερών, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και που ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις
που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε
μιαν άλλη παιδικότητα.
Α, έχασα τις μέρες μου αναζητώντας τη ζωή μου.
γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά
της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε
παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για
ν’ ανεβάσουμε εν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τρένων για
κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος
από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος
μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.
Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που
διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα
ποιήματα του άλλου αιώνα
να νοσταλγώ το Θεό.
Αλλά τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς,
όχι για να κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με
ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες
νύχτες ξαφνικά συναντημένα-
και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο
κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις
που αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των
ημερών, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και που ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις
που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε
μιαν άλλη παιδικότητα.
Α, έχασα τις μέρες μου αναζητώντας τη ζωή μου.
Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011
Φυσάει...
Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.
Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.
Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
μια μικρή ανεμώνη. Έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ’ όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.
μια μικρή ανεμώνη. Έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ’ όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.
Ζήσαμε πάντοτε αλλού.
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί
Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
είσαι μισός...
Όταν είσαι ένας, δεν είσαι Μόνος.
Είσαι Μισός.
Η μοναξιά σου είναι κομμένη στα δύο.
Μισή για σένα και μισή για τον απόντα.
Είσαι μισός όταν δεν είναι δίπλα σου ο άλλος.
Είσαι μισός όταν κανείς δεν σού σκουπίζει τα δάκρυα.
Είσαι μισός όταν σ’ ακούει μόνο το χαρτί
και το μολύβι ξεδιπλώνει τις σκέψεις σου.
Είσαι μισός όταν δεν σε γεμίζει η ζωή σου.
Μισοάδειος, όχι μισογεμάτος.
Είσαι μισός όταν μιλάς στον εαυτό σου
και κανείς δεν σ’ ακούει.
Είσαι μισός όταν κομματιάζεις την καρδιά σου
και δωρίζεις τα θρύψαλά της.
Είσαι μισός όταν ποθείς τ’ όνειρο
που ξέρεις ότι θα παραμείνει όνειρο.
Είσαι μισός όταν ζεις μια φαντασίωση
για τη φαντασίωση
και όχι για τη δυνάμει πραγματοποίησή της.
Είσαι μισός όσο ψάχνεις.
Είσαι μισός όσο χρειάζεσαι κάποιον ή κάτι.
Είσαι μισός όταν εξαρτάσαι.
Και τότε το ολόκληρο φεγγάρι
όχι μόνο δεν θα σε γεμίσει·
θα αδειάσει ακόμα περισσότερο το κενό σου…
Είσαι Μισός.
Η μοναξιά σου είναι κομμένη στα δύο.
Μισή για σένα και μισή για τον απόντα.
Είσαι μισός όταν δεν είναι δίπλα σου ο άλλος.
Είσαι μισός όταν κανείς δεν σού σκουπίζει τα δάκρυα.
Είσαι μισός όταν σ’ ακούει μόνο το χαρτί
και το μολύβι ξεδιπλώνει τις σκέψεις σου.
Είσαι μισός όταν δεν σε γεμίζει η ζωή σου.
Μισοάδειος, όχι μισογεμάτος.
Είσαι μισός όταν μιλάς στον εαυτό σου
και κανείς δεν σ’ ακούει.
Είσαι μισός όταν κομματιάζεις την καρδιά σου
και δωρίζεις τα θρύψαλά της.
Είσαι μισός όταν ποθείς τ’ όνειρο
που ξέρεις ότι θα παραμείνει όνειρο.
Είσαι μισός όταν ζεις μια φαντασίωση
για τη φαντασίωση
και όχι για τη δυνάμει πραγματοποίησή της.
Είσαι μισός όσο ψάχνεις.
Είσαι μισός όσο χρειάζεσαι κάποιον ή κάτι.
Είσαι μισός όταν εξαρτάσαι.
Και τότε το ολόκληρο φεγγάρι
όχι μόνο δεν θα σε γεμίσει·
θα αδειάσει ακόμα περισσότερο το κενό σου…
(Άραγε πιο μεγάλη θλίψη προκαλεί
μια μοναχική Ανατολή
ή μια ζευγαρωμένη Δύση;)
μια μοναχική Ανατολή
ή μια ζευγαρωμένη Δύση;)
Μαριάννα Ν. Χρήστου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

